Definify.com

Definition 2024


Σιτσιλιάνος

Σιτσιλιάνος

Greek

Noun

Σιτσιλιάνος (Sitsiliános) m (plural Σιτσιλιάνοι, feminine Σιτσιλιάνα)

  1. (colloquial) Alternative form of Σικελός (Sikelós)

Declension