Definify.com

Definition 2024


άγνωστης_ταυτότητας_ιπτάμενο_αντικείμενο

άγνωστης ταυτότητας ιπτάμενο αντικείμενο

Greek

Noun

άγνωστης ταυτότητας ιπτάμενο αντικείμενο (ágnostis taftótitas iptámeno antikeímeno) n (plural άγνωστης ταυτότητας ιπτάμενα αντικείμενα)

  1. unidentified flying object

Declension

see: άγνωστος (ágnostos), ταυτότητα (taftótita), ιπτάμενος (iptámenos) and αντικείμενο (antikeímeno)

Synonyms