Definify.com

Definition 2024


έλλειμμα

έλλειμμα

Greek

Noun

έλλειμμα (élleimma) n (plural ελλείμματα)

  1. (finance) deficit

Declension

Related terms

  • ελλειμματικός (elleimmatikós, deficient)

Antonyms

  • πλεόνασμα n (pleónasma, surplus)