Definify.com

Definition 2024


έμβασμα

έμβασμα

Greek

Noun

έμβασμα (émvasma) n (plural εμβάσματα)

  1. (finance) remittance, postal or remote payment
    Πολλές οικογένειες συντηρούνται από τα εμβάσματα των ξενιτεμένων μελών τους.
    Many families are dependent on remittances from their emigrant members.

Declension