Definify.com

Definition 2024


αποδιοπομπαίοι_τράγοι

αποδιοπομπαίοι τράγοι

Greek

Noun

αποδιοπομπαίοι τράγοι (apodiopompaíoi trágoi) m

  1. Plural form of αποδιοπομπαίος τράγος (apodiopompaíos trágos).