Definify.com

Definition 2024


αυτοκινητάκι

αυτοκινητάκι

Greek

Noun

αυτοκινητάκι (aftokinitáki) n (plural αυτοκινητάκια)

  1. diminutive of αυτοκίνητο (aftokínito).
  2. toy car

Declension