Definify.com

Definition 2024


δουλειές

δουλειές

See also: δουλείες

Greek

Noun

δουλειές (douleiés) f

  1. nominative plural of δουλειά (douleiá)
  2. accusative plural of δουλειά (douleiá)
  3. vocative plural of δουλειά (douleiá)