Definify.com

Definition 2024


ελαφρόπετρα

ελαφρόπετρα

Greek

Alternative forms

  • αλαφρόπετρα f (alafrópetra)

Noun

ελαφρόπετρα (elafrópetra) f (plural ελαφρόπετρες)

  1. (geology) pumice

Declension

Synonyms

  • κίσηρη f (kísiri)
  • κίσσηρη f (kíssiri)