Definify.com

Definition 2024


κράτηση

κράτηση

Greek

Noun

κράτηση (krátisi) f (plural κρατήσεις)

  1. booking (reservation)
    εάν χρειαστεί να τροποποιήσετε μία κράτησηeán chreiasteí na tropopoiísete mía krátisi ― if you need to change a booking …
  2. confinement, custody, imprisonment

Declension

See also