Definify.com

Definition 2024


μούμια

μούμια

Greek

Noun

μούμια (moúmia) f (plural μούμιες)

  1. mummy

Declension

Related terms

  • μουμιοποίηση (moumiopoíisi)
  • μουμιοποιούμαι (moumiopoioúmai)
  • μουμιοποιώ (moumiopoió)