Definify.com

Definition 2024


ομολογουμένως

ομολογουμένως

Greek

Adverb

ομολογουμένως (omologouménos)

  1. admittedly
    Το σενάριο αυτό –ομολογουμένως εφιαλτικά ενδιαφέρον, από πολλές απόψεις– …
    The scenario, admittedly of nightmarishly interest in many respects …