Definify.com

Definition 2024


πρέπει

πρέπει

Greek

Verb

πρέπει (prépei) (impersonal)

  1. must, have to, ought
    πρέπει να πω πωςprépei na po pos ― I must say that …
    Δεν πρέπει να λες ψέματα.Den prépei na les psémata. ― Υou ought not to lie.

Derived terms