Definify.com

Definition 2024


προσανατολισμός

προσανατολισμός

Greek

Noun

προσανατολισμός (prosanatolismós) n (plural προσανατολισμοί)

  1. orientation

Declension

Antonyms

  • αποπροσανατολισμός (apoprosanatolismós)