Definify.com

Definition 2024


σαμάρι

σαμάρι

Greek

Noun

σαμάρι (samári) n

  1. packsaddle, bat

Declension

Related terms

  • βαράω το σαμάρι ν᾿ ακούσει το γαϊδούρι (varáo to samári n᾿ akoúsei to gaïdoúri)
  • σαμαράκι n (samaráki)
  • σαμαράς m (samarás)
  • σαμάρωμα n (samároma)
  • σαμαρώνομαι (samarónomai)
  • σαμαρώνω (samaróno)
  • σαμαρωτός (samarotós)