Definify.com

Definition 2024


της_τρελής

της τρελής

Greek

Phrase

της τρελής (tis trelís)

  1. mayhem, pandemonium, commotion, upheaval (literally: of the crazy one)
    Στην τράπεζα γινόταν της τρελής επειδή χάλασαν οι υπολογιστές.
    There was pandemonium at the bank because the computers broke.

Synonyms