Definify.com

Definition 2024


υπερήπειρος

υπερήπειρος

Greek

Noun

υπερήπειρος (yperípeiros) f (plural υπερήπειροι)

  1. supercontinent
    Η Γη ήταν μία υπερήπειρο, η Παγγαία.
    The Earth used to be a supercontinent, Pangaea.

Declension

External links