Definify.com

Definition 2024


υποχρέωση

υποχρέωση

Greek

Noun

υποχρέωση (ypochréosi) f (plural υποχρεώσεις)

  1. (law) obligation, duty, responsibility, liability
    Κανείς δεν έχει την υποχρέωση να κάνει αυτό που δεν θέλει.Kaneís den échei tin ypochréosi na kánei aftó pou den thélei. ― Nobody is obliged to do what they don't want to.

Declension

Related terms