Definify.com

Definition 2024


ψέμα

ψέμα

Greek

Noun

ψέμα (pséma) n (plural ψέματα)

  1. lie

Declension

Related terms

  • πες το ψέματα (pes to psémata)
  • κακά τα ψέματα (kaká ta psémata)
  • με τα ψέματα (me ta psémata)
  • αθώο ψέμα (athóo pséma)
  • ψεύτικος (pséftikos)
  • ψευταράς (pseftarás)
  • ψεύτης m (pséftis, liar)
  • ψευτιά (pseftiá)
  • ψευτό- (pseftó-)
  • στα ψέματα (sta psémata)