Definify.com

Definition 2024


ῥάπτω

ῥάπτω

See also: ράπτω

Ancient Greek

Verb

ῥᾰ́πτω (rháptō)

  1. I sew

Inflection

Derived terms

  • ἀναρράπτω (anarrháptō)
  • ἀπορράπτω (aporrháptō)
  • διαρράπτω (diarrháptō)
  • εἰσράπτω (eisráptō)
  • ἐνράπτω (enráptō)
  • ἐπιρράπτω (epirrháptō)
  • καταρράπτω (katarrháptō)
  • μεταρράπτω (metarrháptō)
  • παραρράπτομαι (pararrháptomai)
  • περιρράπτω (perirrháptō)
  • προσράπτω (prosráptō)
  • -ρραφία (-rrhaphía)
  • συρράπτω (surrháptō)
  • ὑπορράπτω (huporrháptō)

Related terms

  • ῥάμμα (rhámma)
  • ῥάπτης (rháptēs)
  • ῥαπτικός (rhaptikós)
  • ῥαπτός (rhaptós)
  • ῥάπτρια (rháptria)
  • ῥαφεύς (rhapheús)
  • ῥαφή (rhaphḗ)
  • ῥαφίς (rhaphís)
  • ῥάψις (rhápsis)

References