Home
Search
Index
Definify.com
Definition
2025
αγανάκτησης
αγανάκτησης
Greek
Alternative forms
αγανακτήσεως
(
aganaktíseos
)
Noun
αγανάκτησης
•
(
aganáktisis
)
f
Genitive
singular
form of
αγανάκτηση
(
aganáktisi
)
.
Similar Results