Definify.com
Definition 2025
αδρανοποίηση
αδρανοποίηση
Greek
Noun
αδρανοποίηση • (adranopoíisi) f (uncountable)
Declension
declension of αδρανοποίηση
singular | plural | |
---|---|---|
nominative | αδρανοποίηση | αδρανοποίησεις |
genitive | αδρανοποίησης / αδρανοποίησεως | αδρανοποίησεων |
accusative | αδρανοποίηση | αδρανοποίησεις |
vocative | αδρανοποίηση | αδρανοποίησεις |
Related terms
- αδρανοποιώ (adranopoió, “to inactivate, to power down”)
- and see: αδράνεια f (adráneia, “inertia”)
See also
- χειμερία νάρκη f (cheimería nárki, “hibernation”)