Definify.com

Definition 2024


λαλέω

λαλέω

Ancient Greek

Verb

λᾰλέω (laléō)

  1. I talk, chat, prattle
    1. I talk, speak
  2. I chatter, chirp
  3. I make sound

Inflection

Derived terms

  • ἀντιλαλέω (antilaléō)
  • ἀπολαλέω (apolaléō)
  • διαλαλέω (dialaléō)
  • ἐκλαλέω (eklaléō)
  • ἐλλαλέω (ellaléō)
  • ἐπιλαλέω (epilaléō)
  • καταλαλέω (katalaléō)
  • ὀλιγολαλέω (oligolaléō)
  • παραλαλέω (paralaléō)
  • περιλαλέω (perilaléō)
  • προλαλέω (prolaléō)
  • προσλαλέω (proslaléō)
  • συλλαλέω (sullaléō)
  • ὑπερλαλέω (huperlaléō)
  • ὑπολαλέω (hupolaléō)

Related terms

  • ἀλάλητος (alálētos)
  • λαλαγέω (lalagéō)
  • λαλαγή (lalagḗ)
  • λαλάζω (lalázō)
  • λάλαξ (lálax)
  • λάληθρος (lálēthros)
  • λάλη (lálē)
  • λάλημα (lálēma)
  • λάλησις (lálēsis)
  • λαλητέος (lalētéos)
  • λαλητικός (lalētikós)
  • λαλητός (lalētós)
  • λαλητρίς (lalētrís)
  • λαλιά (laliá)
  • λαλικός (lalikós)
  • λάλος (lálos)

References