Definify.com

Definition 2025


μοναστηριακά

μοναστηριακά

Greek

Adjective

μοναστηριακά (monastiriaká)

  1. Nominative neuter plural form of μοναστηριακός (monastiriakós).
  2. Accusative neuter plural form of μοναστηριακός (monastiriakós).
  3. Vocative neuter plural form of μοναστηριακός (monastiriakós).