Home
Search
Index
Definify.com
Definition
2025
οπτικοί_σαρωτές
οπτικοί σαρωτές
Greek
Noun
οπτικοί
σαρωτές
•
(
optikoí sarotés
)
m
Plural
form of
οπτικός σαρωτής
(
optikós sarotís
)
.
Similar Results