Definify.com
Definition 2025
παράμετρος
παράμετρος
Greek
Noun
παράμετρος • (parámetros) f (plural παράμετροι)
Declension
declension of παράμετρος
singular | plural | |
---|---|---|
nominative | παράμετρος | παράμετροι |
genitive | παραμέτρου | παραμέτρων |
accusative | παράμετρο | παραμέτρους |
vocative | παράμετρε | παράμετροι |