Definify.com
Definition 2025
παραλήρημα
παραλήρημα
Greek
Noun
παραλήρημα • (paralírima) n (plural παραληρήματα)
Declension
declension of παραλήρημα
singular | plural | |
---|---|---|
nominative | παραλήρημα | παραληρήματα |
genitive | παραληρήματος | παραληρημάτων |
accusative | παραλήρημα | παραληρήματα |
vocative | παραλήρημα | παραληρήματα |