Definify.com

Definition 2024


Ήπειρο

Ήπειρο

See also: ήπειρο

Greek

Proper noun

Ήπειρο (Ípeiro) f

  1. Accusative singular form of Ήπειρος (Ípeiros).
  2. Vocative singular form of Ήπειρος (Ípeiros).

ήπειρο

ήπειρο

See also: Ήπειρο

Greek

Noun

ήπειρο (ípeiro) f

  1. Accusative singular form of ήπειρος (ípeiros).
  2. Vocative singular form of ήπειρος (ípeiros).