Definify.com

Definition 2024


αιφνιδιάζομαι

αιφνιδιάζομαι

Greek

Verb

αιφνιδιάζομαι (aifnidiázomai) (simple past αιφνιδιάστηκα, active form αιφνιδιάζω, passive)

  1. passive of αιφνιδιάζω (aifnidiázo)

Conjugation