Definify.com

Definition 2024


ακίνητη_περιουσία

ακίνητη περιουσία

Greek

Noun

ακίνητη περιουσία (akíniti periousía) f (plural ακίνητες περιουσίες)

  1. real estate

Declension

see: ακίνητη (akíniti) and περιουσία (periousía)