Definify.com

Definition 2024


αλαμπουρνέζικος

αλαμπουρνέζικος

Greek

Adjective

αλαμπουρνέζικος (alampournézikos) m (feminine αλαμπουρνέζικη, neuter αλαμπουρνέζικο)

  1. (satirical) gibberish
    αυτά μου φαίνονται αλαμπουρνέζικοςαaftá mou faínontai alampournézikosa ― this seems gibberish to me

Declension