Definify.com

Definition 2024


αλεξιπτωτίστριες

αλεξιπτωτίστριες

Greek

Noun

αλεξιπτωτίστριες (alexiptotístries) f

  1. Nominative, accusative and vocative plural form of αλεξιπτωτίστρια (alexiptotístria).