Definify.com

Definition 2024


ανακρίνομαι

ανακρίνομαι

Greek

Verb

ανακρίνομαι (anakrínomai) (simple past ανακρίθηκα, active form ανακρίνω, passive)

  1. passive of ανακρίνω (anakríno)

Conjugation

Related terms