Definify.com

Definition 2024


ανορθόδοξος

ανορθόδοξος

Greek

Adjective

ανορθόδοξος (anorthódoxos) m (feminine ανορθόδοξη, neuter ανορθόδοξο)

  1. unorthodox (not following convention or tradition)
    Ο φίλος μου έχει ανορθόδοξες ιδέεςO fílos mou échei anorthódoxes idées ― My friend has unorthodox ways.

Declension

Derived terms

  • ανορθόδοξα (anorthódoxa, unorthodoxly, in an unorthodox manner)
  • ανορθοδοξία f (anorthodoxía, unorthodoxy)

Synonyms

  • αντισυμβατικός (antisymvatikós, unconventional)
  • ασυνήθιστος (asyníthistos, unusual, uncommon)

Antonyms

  • ορθόδοξος (orthódoxos, orthodox)
  • αποδεκτός (apodektós, accepted)