Definify.com

Definition 2024


ανταποκρίνομαι

ανταποκρίνομαι

Greek

Verb

ανταποκρίνομαι (antapokrínomai) (simple past ανταποκρίθηκα)

  1. answer to, respond to, suit a need

Conjugation

Synonyms

  • αντιστοιχώ (antistoichó)
  • πληρώ (pliró)