Definify.com

Definition 2024


δαγκώνομαι

δαγκώνομαι

Greek

Verb

δαγκώνομαι (dankónomai) (simple past δαγκώθηκα, active form δαγκώνω, passive)

  1. passive of δαγκώνω (dankóno)

Conjugation