Definify.com

Definition 2024


ελεγκτής

ελεγκτής

Greek

Noun

ελεγκτής (elenktís) m (plural ελεγκτές)

  1. auditor
  2. inspector
    τελωνειακός ελεγκτής (customs inspector)
  3. controller
    ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας (air traffic controller)

Declension

Derived terms