Definify.com

Definition 2024


εμπνέω

εμπνέω

Greek

Verb

εμπνέω (empnéo) (simple past ενέπνευσα, passive form εμπνέομαι)

  1. inspire
    Ο δάσκαλός τους τους είχε εμπνεύσει το ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία.
    The teacher had inspired his interest in literature.

Conjugation