Definify.com

Definition 2024


επιτραπέζιος

επιτραπέζιος

Greek

Adjective

επιτραπέζιος (epitrapézios) m (feminine επιτραπέζια, neuter επιτραπέζιο)

  1. relating to table
    επιτραπέζιος οίνος (table wine)
  2. relating to board
    επιτραπέζιο παιχνίδι (board game)

Declension

Related terms

  • επιτραπέζια αντισφαίριση f (epitrapézia antisfaírisi, table tennis)
  • επιτραπέζιος οίνος m (epitrapézios oínos, table wine)
  • επιτραπέζιο παιχνίδι n (epitrapézio paichnídi, board game)