Definify.com

Definition 2024


ευνουχισμός

ευνουχισμός

Greek

Noun

ευνουχισμός (evnouchismós) m (plural ευνουχισμοί)

  1. castration, emasculation

Declension

Related terms

  • ευνουχίζω (evnouchízo, to castrate)
  • ευνούχος m (evnoúchos, eunuch)

See also

  • στείρωση f (steírosi, vasectomy, sterilisation)