Definify.com

Definition 2024


κουμπώνομαι

κουμπώνομαι

Greek

Verb

κουμπώνομαι (koumpónomai) (simple past κουμπώθηκα, active form κουμπώνω, passive)

  1. passive of κουμπώνω (koumpóno)

Conjugation