Definify.com

Definition 2024


κουράγιο

κουράγιο

Greek

Noun

κουράγιο (kourágio) n (uncountable)

  1. courage, valour

Declension

Synonyms

  • αντρειοσύνη f (antreiosýni)
  • γενναιότητα f (gennaiótita)
  • θάρρος n (thárros)