Definify.com

Definition 2024


ξεριζώνομαι

ξεριζώνομαι

Greek

Verb

ξεριζώνομαι (xerizónomai) (simple past ξεριζώθηκα, active form ξεριζώνω, passive)

  1. passive of ξεριζώνω (xerizóno)

Conjugation