Definify.com

Definition 2024


οδοντικός

οδοντικός

Greek

Adjective

οδοντικός (odontikós) m (feminine οδοντική, neuter οδοντικό)

  1. (medicine) dental, concerning the teeth
    οδοντικό νήμα
    dental floss
  2. (linguistics) dental
    τα οδοντικά σύμφωνα είναι τα τ, δ, θ και ντ
    the dental consonants are τ, δ, θ and ντ

Declension