Definify.com

Definition 2024


ομοαξονικός

ομοαξονικός

Greek

Adjective

ομοαξονικός (omoaxonikós) m (feminine ομοαξονική, neuter ομοαξονικό)

  1. coaxial
    ομοαξονικό καλώδιοomoaxonikó kalódio ― coaxial cable

Declension