Definify.com

Definition 2024


συνταγματικός

συνταγματικός

Greek

Adjective

συνταγματικός (syntagmatikós) m (feminine συνταγματική, neuter συνταγματικό)

  1. constitutional
    συνταγματική μοναρχίαsyntagmatikí monarchía ― constitutional monarchy

Declension

Synonyms

Related terms

External links