Definify.com

Definition 2024


υπέρβαρος

υπέρβαρος

Greek

Adjective

υπέρβαρος (ypérvaros) m (feminine υπέρβαρη, neuter υπέρβαρο)

  1. overweight
    υπέρβαρες αποσκευές (excess baggage)

Declension

Synonyms

External links