Definify.com

Definition 2024


φτιάχνω

φτιάχνω

Greek

Alternative forms

  • φκειάχνω (fkeiáchno)
  • φκιάνω (fkiáno)
  • φκιάχνω (fkiáchno)
  • φτειάνω (fteiáno)
  • φτειάχνω (fteiáchno)
  • φτιάνω (ftiáno)

Verb

φτιάχνω (ftiáchno) (simple past έφτιαξα, passive form φτιάχνομαι, active)

  1. make, build, create, construct
  2. mend, repair
  3. improve, get better

Conjugation