Definify.com

Definition 2024


χριστουγεννιάτικος

χριστουγεννιάτικος

Greek

Adjective

χριστουγεννιάτικος (christougenniátikos) m (feminine χριστουγεννιάτικη, neuter χριστουγεννιάτικο)

  1. Christmas (relating to the occasion)

Declension

Related terms