Definify.com

Definition 2024


Άγγελο

Άγγελο

See also: άγγελο

Greek

Proper noun

Άγγελο (Ángelo) m

  1. Accusative singular form of Άγγελος (Ángelos).

άγγελο

άγγελο

See also: Άγγελο

Greek

Noun

άγγελο (ángelo) m

  1. accusative singular of άγγελος (ángelos)