Definify.com

Definition 2024


αποφασίζομαι

αποφασίζομαι

Greek

Verb

αποφασίζομαι (apofasízomai) (simple past αποφασίστηκα, active form αποφασίζω, passive)

  1. passive of αποφασίζω (apofasízo)

Conjugation